词典论坛联络

   俄语 希腊语 +
Google | Forvo | +

短语

вымокший

分词
强调
一般 βουτημένος στά νερά (в водé); βουτηγμένος στά νερά (в водé); μουσκεμένος
过时/过时 διάρρυτος; δίυγρος
вымокнуть под
: 1 短语, 1 学科
一般1