词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

动词 | 形容词 | 短语

towing

['təuɪŋ] 动词
农业 ρυμούλκηση
行业, 建造, 化学 φινίρισμα κατά το στέγνωμα
towed 形容词
农业 συρόμενος τύπος; ελκούμενος; ρυμουλκούμενος; συρόμενος
towed array
: 1 短语, 1 学科
地球科学1