词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

teratogenicity

[terətəudʒi'nisəti] 名词
医疗的 ιδιότητα να προκαλεί τερατογένεση; ικανότητα τερατογένεσης
卫生保健 τερατογένεση f
teratogenicity The ability or tendency to produce anomalies of formation [terətəudʒi'nisəti] 名词
环境 ικανότητα τερατογένεσης
teratogenicity
: 1 短语, 1 学科
医疗的1