![]() |
| subscriber | |
| 财政 技术 | πρόσωπο που ανέλαβε μετοχές; εγγραφόμενος |
| 财政 经济 | συνδρομητής; κατώτερος; υποτελής; εγγραφόμενος |
| 微软 | συνδρομητής |
| 运输 航空 | συνδρομητής |
| interface | |
| 通讯 信息技术 | διεπαφή |
| 通讯 信息技术 电子产品 | διεπικοινωνία; όριο διασυνδέσεως |
| 地球科学 | διαχωριστική επιφάνεια |
| 地球科学 电子产品 | ενδιάμεσο ηλεκτρικής σύνδεσης |
| 农业 | τμήμα φλοιού μεταξύ δύο εντομών |
| 微软 | περιβάλλον εργασίας; διασύνδεση |
| 冶金 | διεπιφάνεια; επιφάνεια επαφής |
| |||
| συνδρομητής m (A person who has indicated his or her desire to be on a mailing list) | |||
| πελάτης m | |||
| πρόσωπο που ανέλαβε μετοχές; εγγραφόμενος | |||
| συνδρομητής; κατώτερος; υποτελής; εγγραφόμενος | |||
| συνδρομητής m | |||
| 英语 词库 | |||
| |||
| S | |||
|
subscriber interface : 11 短语, 2 学科 |
| 信息技术 | 1 |
| 通讯 | 10 |