词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

sterilize

['sterɪlaɪz] 名词
医疗的 στειρώνω στείρωσα; καθιστώ στείρο κατέστησα; καθιστώ άγονο κατέστησα; αποστειρώνω αποστείρωσα
to sterilize ['sterɪlaɪz] 动词
卫生保健 αποστείρωση; απολύμανση
 英语 词库
sterilize ['sterɪlaɪz] 缩写
缩写 ster
sterilize
: 4 短语, 1 学科
农业4