词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

stacking

['stækɪŋ] 名词
农业 επισώρευση f
建造 πασσάλωση f
stacking ['stækɪŋ] 动词
农业 στοίβαγμα
农业, 化学, 机械工程 στοιβασία
建造 χάραξη επί του εδάφους
电子产品 στοίβαξη
行业, 建造, 冶金 στοίβαγμαστην αποθήκη
行业, 建造, 化学 Φόρτωση γαλαρίας
stack [stæk] 动词
材料科学, 机械工程 στοιβάζω
stacking
: 67 短语, 13 学科
一般1
农业32
化学1
地球科学2
建造1
机械工程3
材料科学5
生命科学1
电子产品2
行业5
财政2
运输10
通讯2