词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

短语

specification

['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] 名词
一般 προσδιορισμός προδιαγραφών; καθορισμός m
医疗的 προδιαγραφή f
经济, 会计 ειδικότητα f; ειδικότητα των πιστώσεων
specifications 名词
一般 συγγραφή υποχρεώσεων
机械工程 κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά
 英语 词库
specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] 名词
技术, 缩写 specif.
法律, 缩写 spec.
Specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] 名词
投资, 缩写 spec
specification control
: 1 短语, 1 学科
技术1