词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

sizing

['saɪzɪŋ] 动词
信息技术 αλλαγή κλίμακας
信息技术, 数据处理 εκτίμηση μεγέθους
农业, 建造 διαλογή κατά μέγεθος ή κατά βάρος
农业, 材料科学 ταξινόμηση κατά μέγεθος
冶金 τελική τύπωση
冶金, 机械工程 διάνοιξη απόξεσης
机械工程 διαμέτρηση; καλιμπράρισμα
环境 διαστασιοδότηση/κολλάρισμα
行业 μέτρηση του στοιχειοθετημένου υλικού
行业, 建造 έλεγχος διαστάσεων; κολλάρισμα; διαστασιοδότηση
行业, 建造, 冶金 στάρωμα; κόλλα
行业, 建造, 化学 προκαταρκτικόν επίχρισμα συγκολλήσεως
通讯 κόλλημα
sizing To fix the cross-section of structural components on the basis of statics and material strength ['saɪzɪŋ] 动词
环境 διαστασιοδότηση; κολλάρισμα
sizing
: 74 短语, 16 学科
一般1
信息技术4
农业7
冶金3
化学5
医疗的1
市政规划3
微软2
技术11
文化学习5
机械工程3
电子产品1
移民和公民身份1
营销1
行业25
财政1