词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
single
 single
一般 άγαμος; μοναδική; μοναδικό; μόνη; μόνο; μοναδικός
医疗的 άζυγος; μόνος; αραιώνω; καθαρίζω
| shell
 shell
一般 φλοιός
化学 κυψέλη
生命科学 自然资源和野生动物保护 养鱼 κοχύλι
电子产品 γαλβανικό αντίγραφο
行业 建造 πελεκούδι
微软 κέλυφος
冶金 电子产品 λέβητας; δοχείο καμίνου
经济 统计数据 电子产品 γυάλα
- 只找到单语

名词 | 动词 | 形容词 | 短语

single

['sɪŋg(ə)l] 名词
医疗的 άζυγ́ος
singles 动词
行业, 建造 τρίχα
single ['sɪŋg(ə)l] 形容词
一般 άγ́αμος; μοναδική; μοναδικό; μόνη; μόνο; μοναδικός; άτομο που ζει μόνο του
医疗的 μόνος; μονόκλινο δωμάτιο
机械工程 διατρητικό στέλεχος
自然科学, 农业 απλό
to single ['sɪŋg(ə)l] 形容词
医疗的 αραιώνω; καθαρίζω
 英语 词库
single ['sɪŋg(ə)l] 名词
技术, 缩写 sgle
缩写 sin
缩写, 信息技术 sng
SINGLE ['sɪŋg(ə)l] 缩写
缩写 Stay Intoxicated Nightly, Get Laid Everyday
single-shell
: 3 短语, 3 学科
化学1
医疗的1
运输1