词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

restrictor

[ris'triktə] 名词
地球科学, 机械工程 μειωτήρας m; στραγγαλιστικό
机械工程 εγχυτήρας f; βαλβίδα ανακοπής
运输 διακριβωμένη οπή; διακριβωμένη δίοδος
运输, 机械工程 διάφραγμα περιορισμού; περιοριστής ροής
通讯 φρακτήρας m
restrictor
: 15 短语, 4 学科
化学3
地球科学5
机械工程6
运输1