词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

名词 | 形容词 | 短语

resident

['rezɪd(ə)nt] 名词
一般 κάτοικος; μόνιμος κάτοικος ημεδαπής; πρόσωπο εγκατεστημένο στο έδαφος ενός κράτους; ενδημητική f; ενδημητικό n; ενδημητικός m
信息技术, 电子产品 ενδημικό software
环境 είδος που διαμένει μόνιμα σε μια περιοχή
经济, 财政, 人口统计学 κάτοικοι m; μόνιμοι κάτοικοι ημεδαπής
统计数据 κάτοικος m
residents 名词
会计 μόνιμοι κάτοικοι
resident ['rezɪd(ə)nt] 形容词
一般 κατοικών
 英语 词库
resident ['rezɪd(ə)nt] 名词
医疗的 resident physician (Andrey Truhachev)
法律, 缩写 res.
resident
: 105 短语, 19 学科
一般11
会计5
信息技术7
劳动法1
医疗的1
国际私法1
国际贸易1
微软1
政治3
法律10
社会科学2
移民和公民身份7
税收4
经济31
统计数据4
联合国1
财政12
过时/过时1
运输2