词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

push-pull

['puʃ'pul]
机械工程 κινητήρας ελκτικο-ωστικής διάταξης; με ένα ωστικό και ένα ελκτικό κινητήρα; με ελκτικο-ωστική διάταξη κινητήρων
电子产品 συμμετρική ενίσχυση
push- pull
: 50 短语, 13 学科
信息技术3
农业1
冶金1
化学1
地球科学2
机械工程9
材料科学1
生命科学2
电子产品10
移民和公民身份2
自然科学1
运输10
通讯7