词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

mastering

['mɑːstərɪŋ, 'mæst-] 动词
行业, 建造 κατασκευή πρωτότυπου; πρωτοτυποκατασκευή
mastering
: 3 短语, 2 学科
一般2
通讯1