['lɔkɪŋ] 名词
This HTML5 player is not supported by your browser
农业
ασφάλεια f ; γρανάζι μιας κατεύθυνσης ; μπλοκάρισμα n
运输, 机械工程
ακινητοποίηση f ; αναστολή f ; εμπλοκή f
locking ['lɔkɪŋ] 动词
This HTML5 player is not supported by your browser
信息技术, 数据处理
"με κλείδωμα"
信息技术, 电子产品
κλείδωμα
信息技术, 运输
σύμπλεξη
运输
πλήρωση ανυψωτικής δεξαμενής
运输, 机械工程
παύση λειτουργίας
lock [lɔk] 动词 This HTML5 player is not supported by your browser
一般
κλειδαριά
信息技术, 电子产品
μηχανισμός κλειδώματος
冶金
βαθμίδα πλευρικής ενίσχυσης
微软
κλειδώνω (To prevent users from joining a conference, whether or not they have an invitation) ; κλείδωμα (Ensure that two processes do not affect the same file or project in a database at the same time)
机械工程
κλείστρο ; κόντρα παξιμάδι ; καστάνια ; μάνδαλο ; δακτυλίδι συγκράτησης ; δακτύλιος συγκράτησης ; οδοντωτή ράβδος ; άγκιστρο αναστολέας ; αντιπερικόχλιο
矿产品
δεξαμενή ανυψώσεως ; κλεισιάδα ; κλιστάδα
自然科学, 行业
εμπλοκή
运输, 航海, 建造
κλεισιάς μονού θαλάμου ; δεξαμενή ανύψωσης μονού θαλάμου ; δεξαμενή ρύθμισης στάθμης ; θυρόφραγμα ; κλεισιάς
通讯
να αποκλεισθεί
运输, 行业, 建造
δεξαμενές ανύψωσης
英语 词库
军队, 缩写
lk
军队
logistical operational control key
编程, 信息技术
Lock the Bus
缩写
Saf T Lok, Inc. ; Logical Co-Processing Kernel
缩写, 电子产品
lock bus