词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

locking

['lɔkɪŋ] 名词
农业 ασφάλεια f; γρανάζι μιας κατεύθυνσης; μπλοκάρισμα n
运输, 机械工程 ακινητοποίηση f; αναστολή f; εμπλοκή f
locking ['lɔkɪŋ] 动词
信息技术, 数据处理 "με κλείδωμα"
信息技术, 电子产品 κλείδωμα
信息技术, 运输 σύμπλεξη
运输 πλήρωση ανυψωτικής δεξαμενής
运输, 机械工程 παύση λειτουργίας
lock [lɔk] 动词
一般 κλειδαριά
信息技术, 电子产品 μηχανισμός κλειδώματος
冶金 βαθμίδα πλευρικής ενίσχυσης
微软 κλειδώνω (To prevent users from joining a conference, whether or not they have an invitation); κλείδωμα (Ensure that two processes do not affect the same file or project in a database at the same time)
机械工程 κλείστρο; κόντρα παξιμάδι; καστάνια; μάνδαλο; δακτυλίδι συγκράτησης; δακτύλιος συγκράτησης; οδοντωτή ράβδος; άγκιστρο αναστολέας; αντιπερικόχλιο
矿产品 δεξαμενή ανυψώσεως ; κλεισιάδα ; κλιστάδα
自然科学, 行业 εμπλοκή
运输, 航海, 建造 κλεισιάς μονού θαλάμου; δεξαμενή ανύψωσης μονού θαλάμου; δεξαμενή ρύθμισης στάθμης; θυρόφραγμα; κλεισιάς
to lock [lɔk] 动词
通讯 να αποκλεισθεί
locks 动词
运输, 行业, 建造 δεξαμενές ανύψωσης
 英语 词库
lock [lɔk] 动词
军队, 缩写 lk
LOCK [lɔk] 动词
军队 logistical operational control key
编程, 信息技术 Lock the Bus
缩写 Saf T Lok, Inc.; Logical Co-Processing Kernel
缩写, 电子产品 lock bus
locking
: 751 短语, 33 学科
一般8
信息技术49
农业11
冶金12
刑法2
劳动法2
化学5
医疗的7
卫生保健2
商业1
地球科学6
市政规划7
建造15
微软14
技术2
机械工程152
材料科学10
林业5
法律3
煤炭1
爱好和消遣4
环境2
生命科学2
电子产品35
矿产品1
经济7
自然科学2
航天6
营销1
行业21
财政6
运输303
通讯47