词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

短语

lock-in

['lɔkɪn]
商业, 经济 εγκλωβισμός m
经济, 行业 περιχαράκωση σε συγκεκριμένες τεχνολογίες; τεχνολογικό κλείδωμα
运输, 电子产品 φραγμός γυροσκοπίου λέιζερ
lock in interest rates ['lɔk'ɪn]
财政 κλειστό επιτόκιο
lock-in
: 13 短语, 4 学科
经济4
财政2
运输6
通讯1