词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

load factor

[loud 'fæktə]
能源行业 βαθμός φόρτωσης; παράγοντας φόρτισης; συντελεστής φόρτισης
运输 συντελεστής φορτίου; συντελεστής πληρότητας; βαθμός φόρτωσης οχήματος
通讯 παράγοντας φόρτωσης
通讯, 运输 συντελεστής φορτίσεως
load-factor
电子产品 συντελεστής φορτίου; συντελεστής χρησιμοποίησης
 英语 词库
load factor [loud 'fæktə]
缩写, 建造 l.f.
缩写, 电气工程 ld.f
航空 The ratio of a specified load to the weight of the aircraft, the former being expressed in terms of aerodynamic forces, inertia forces, or ground reactions.
load factor
: 46 短语, 6 学科
地球科学2
建造2
材料科学6
电子产品1
航天26
运输9