词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

interlocking

['ɪntə'lɔkɪŋ] 动词
医疗的 εμπλοκή
建造 αλληλοεμπλοκή
行业 πίληση
运输, 电子产品 εξάρτηση; σύμπλεξη
通讯, 运输 ασφάλεια κλειδιού σιδηροδρομικής γραμμής; ασφάλεια οδοφράγματος
interlocking
: 122 短语, 12 学科
信息技术7
冶金1
劳动法1
化学1
地球科学1
技术1
机械工程4
材料科学2
电子产品2
自然科学1
运输63
通讯38