词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

名词 | 动词 | 短语

insert

['ɪnsɜ:t] 名词
一般 εισάγω
冶金 επίστρωμα άκρου ηλεκτροδίου; επίστρωμα σιαγόνων στερέωσης; ένθετη μήτρα σφυρηλασίας
冶金, 机械工程 επιπρόσθετο εξάρτημα μπουκαδούρας; επιπρόσθετο τεμάχιο τροφοδοσίας; επιπρόσθετο τμήμα μπουκαδούρας; επαναχρησιμοποιούμενο κοπτικό πλακίδιο
医疗的 εισάγω εισήγαγα; ενθέτω ενέθεσα; εντεθειμένος n; παρεμβάλλω παρενέβαλα; παρεμβεβλημένος
微软 εισαγωγή f (A mode in which any data to the right of the cursor is moved to the right as you type)
材料科学, 机械工程 γαρνιτούρα f; επένδυση f; επικάλυψη f
林业 παρεμβάλλω f
生命科学, 行业 ένθεμα n
行业, 建造 παρέμβλημα n
运输 ένθετη διαγράμμιση
通讯 ένθετο; συμπλήρωμα n
insert [ɪn'sɜ:t] 动词
一般 καταχωρώ; χώνω
 英语 词库
insert ['ɪnsɜ:t] 名词
摄影 A close-up shot of an object, often produced by the second unit. The term probably came about to reflect the fact that this shot will be "inserted" into the final version of the movie during editing.
insert-extract
: 1 短语, 1 学科
机械工程1