![]() |
| insert | |
| 通讯 | ένθετο; συμπλήρωμα |
| 材料科学 机械工程 | γαρνιτούρα; επένδυση; επικάλυψη |
| 林业 | παρεμβάλλω |
| 微软 | εισαγωγή |
| 冶金 机械工程 | επιπρόσθετο εξάρτημα μπουκαδούρας; επιπρόσθετο τεμάχιο τροφοδοσίας; επιπρόσθετο τμήμα μπουκαδούρας |
| extract | |
| 一般 | Εξάγω; αποσπώ; απόσπασμα |
| 通讯 技术 | εξάγω' βγάζω |
| 医疗的 | εκχύλισμα; εκχυλίζω εκχύλισα; αποστάζω απόσταζα |
| 农业 | ολικό ξερό εκχύλισμα; ολικό εκχύλισμα |
| 微软 | εξάγω |
| |||
| εισάγω | |||
| επίστρωμα άκρου ηλεκτροδίου; επίστρωμα σιαγόνων στερέωσης; ένθετη μήτρα σφυρηλασίας | |||
| επιπρόσθετο εξάρτημα μπουκαδούρας; επιπρόσθετο τεμάχιο τροφοδοσίας; επιπρόσθετο τμήμα μπουκαδούρας; επαναχρησιμοποιούμενο κοπτικό πλακίδιο | |||
| εισάγω εισήγαγα; ενθέτω ενέθεσα; εντεθειμένος n; παρεμβάλλω παρενέβαλα; παρεμβεβλημένος | |||
| εισαγωγή f (A mode in which any data to the right of the cursor is moved to the right as you type) | |||
| γαρνιτούρα f; επένδυση f; επικάλυψη f | |||
| παρεμβάλλω f | |||
| ένθεμα n | |||
| παρέμβλημα n | |||
| ένθετη διαγράμμιση | |||
| ένθετο; συμπλήρωμα n | |||
| |||
| καταχωρώ; χώνω | |||
| 英语 词库 | |||
| |||
| A close-up shot of an object, often produced by the second unit. The term probably came about to reflect the fact that this shot will be "inserted" into the final version of the movie during editing. | |||
|
insert-extract : 1 短语, 1 学科 |
| 机械工程 | 1 |