词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

hacking

['hækɪŋ] 形容词
农业 δακτυλίωσις με εγκοπάς
建造 ματσακόνι; τρίψιμο τοίχου
通讯, 信息技术 δικτυοπαραβίαση
hacking
: 3 短语, 2 学科
法律1
通讯2