登录
|
Chinese
|
使用条款
词典
论坛
联络
英语
⇄
中文
俄语
希腊语
日语
法语
+
G
o
o
g
l
e
|
Forvo
|
+
grouting
grout
一般
υλικό συγκόλλησης
行业
ένεμα
行业 建造 化学
μείγμα αρμών
运输 建造
αραιώνω
;
γέμισμα με ένεμα
建造
πλήρωση κεραμικών αρθρώσεων με στεγανοποιητική σκόνη
|
method
method
医疗的
μέθοδος
环境
μέθοδος
- 只找到单语
短语
grout
[graut]
动词
This HTML5 player is not supported by your browser
一般
υλικό συγκόλλησης
建造
πλήρωση κεραμικών αρθρώσεων με στεγανοποιητική σκόνη
行业
έν́εμα
行业, 建造, 化学
μείγμα αρμών
运输, 建造
αραιώνω
;
γέμισμα με ένεμα
grouting
['grautɪŋ]
动词
建造
έγχυση ενέματος
;
ένεση
;
τσιμεντένεση
grouting
:
38 短语
, 7 学科
化学
1
建造
24
机械工程
1
环境
1
生命科学
1
行业
1
运输
9
增加
|
报告错误
|
获取短网址