词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

短语

grout

[graut] 动词
一般 υλικό συγκόλλησης
建造 πλήρωση κεραμικών αρθρώσεων με στεγανοποιητική σκόνη
行业 έν́εμα
行业, 建造, 化学 μείγμα αρμών
运输, 建造 αραιώνω; γέμισμα με ένεμα
grouting ['grautɪŋ] 动词
建造 έγχυση ενέματος; ένεση; τσιμεντένεση
grouting
: 38 短语, 7 学科
化学1
建造24
机械工程1
环境1
生命科学1
行业1
运输9