词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

短语

flux

[flʌks] 动词
一般 πυκνότητα ροής σωματιδίων
冶金 ουσία που διευκολύνει τη συγκόλληση; ευτηκτικό
冶金, 电子产品 υλικό καθαρισμού
化学 συλλίπασμα; τακερό
医疗的 ροή
技术, 冶金 ρευστοποιητής
 英语 词库
flux [flʌks] 缩写
缩写, 电子产品 Ψ
缩写, 石油/石油 u
flux
: 255 短语, 20 学科
一般13
信息技术4
冶金46
化学5
医疗的5
卫生保健1
地球科学58
机械工程3
核物理1
物理科学21
环境7
生命科学4
电子产品43
科学的1
能源行业4
自然科学13
行业3
财政4
运输13
通讯6