词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

fall

[fɔ:l] 形容词
一般 κατακρήμνησις; υετός; μειώνομαι; πέφτω
农业 αγόμενο σχοινί συσπάστου; βέτακν.; στήμων συσπάστου
农业, 建造 μείωση
医疗的 πτώση
政治 καθίσταμαι άκυρος
林业 φθινόπωρο
行业 αναβαθμός
运输 αγόμενο; σχοινί του παλάγκου
运输, 机械工程 έκταση; κατάβαση σκέλους προσγείωσης
fall
: 170 短语, 27 学科
一般4
保险1
信息技术2
农业9
劳动法1
化学2
医疗的3
卫生保健3
地球科学5
建造5
技术2
机械工程32
材料科学1
核物理3
法律2
煤炭2
环境6
生命科学4
电子产品22
经济6
自然科学6
自然资源和野生动物保护1
营销4
行业5
财政14
运输22
通讯3