词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

factor

['fæktə] 名词
医疗的 παράγοντας m; συντελεστής m
财政 χρηματοδότης m
运输, 航空 παράγων m
κ-factor 名词
医疗的 παράγοντας κάππα; παράγοντας κ
σ-factor 名词
医疗的 παράγοντας σίγμα; παράγοντας σ
factors 名词
养鱼 παράγοντες m
商业, 政治 αξιολογικά στοιχεία
factoring ['fækt(ə)rɪŋ] 动词
商业, 信息技术 παραγοντοποίηση
商业, 财政, 会计 "φάκτορινγκ"; πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων; πρακτόρευση; χρηματοδότηση με εκχώρηση τίτλων; ανάληψη απαιτήσεων τρίτων; διενέργεια πράξεων αναδόχου είσπραξης εμπορευματικών απαιτήσεων; σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων
 英语 词库
factor ['fæktə] 名词
一般 a ~ behind (the main factors behind the dollar's weakness Alexander Demidov); a ~ for (Alexander Demidov)
缩写 fac
缩写, 石油/石油 rection
factor
: 1679 短语, 47 学科
一般21
会计2
保险1
信息技术33
养鱼(养鱼)1
农业24
冶金11
劳动法10
化学25
医疗的582
卫生保健54
商业5
国际法2
地球科学113
工作流程7
市政规划4
建造7
微软13
技术34
数学3
文化学习2
机械工程18
材料科学27
核物理1
法律14
煤炭4
爱好和消遣2
物理科学7
环境40
生命科学48
生态1
电子产品208
社会科学3
科学的1
移民和公民身份7
经济21
统计数据78
能源行业20
自然科学15
航天35
药店4
营销11
行业15
财政38
运输50
通讯56
食品工业1