词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

depression

[dɪ'preʃ(ə)n] 名词
医疗的 συναισθηματική ανησυχία; καταθλιπτική νεύρωση; νευρική κατάθλιψη; άγχος m; αθυμία f; κατάθλιψις n; βαθούλωμα n; εντύπωμα n
卫生保健 θλίψη f; κατάθλιψη f; καταθλιπτική νόσος; μελαγχολία f
地球科学 κατάπτωση,κατάθλιψη f; κλίση f; ύφεση f; συμπιεσμένη περιοχή; βαρομετρική ύφεσις; υποπίεσις; βύθιση f
建造 χαρακτηριστική ταπείνωσις της στάθμης ημιαυτομάτου ρυθμιστού σταθεράς παροχής
材料科学, 建造 κοιλότητα f
经济 οικονομική κάμψη; οικονομική ύφεση
行业, 建造, 冶金 ζούλιγμα n
运输, 机械工程 αρνητική πίεση; μείωση πίεσης; υποπίεση f
 英语 词库
depression [dɪ'preʃ(ə)n] 名词
医疗的 A mood disorder characterized by sadness, inactivity, and inability to take pleasure or interest in usual activities. The changes in mood can interfere with daily life and normal functioning. Use of some antiretroviral ARV drugs may cause depression.
depression
: 118 短语, 16 学科
一般4
信息技术2
冶金1
化学1
医疗的28
卫生保健6
地球科学27
建造3
机械工程1
材料科学1
环境4
生命科学23
经济5
自然科学3
行业3
运输6