词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 形容词 | 短语

damper

['dæmpə] 名词
信息技术 αποσβεστήρας m
化学, 冶金 ολισθαίνων καταχωρητήρας; ολισθαίνων ρυθμιστής ροής αέρα κλιβάνου
市政规划 συσκευή αύξησης της υγρασίας; υγροποιητής m
市政规划, 地球科学 κλαπέτο n; ρυθμιστής αέρος; τάμπερ m
煤炭, 冶金 βαλβίς ανοδικού αγωγού
电子产品 αποσβέστης m
运输 διακόπτης m
运输, 机械工程 αμορτισέρ m; αποσβεστήρας κραδασμών; αποσβεστήρας κρούσεων; συσκευή απόσβεσης των κραδασμών
通讯 εξασθενητής m
dampers 名词
一般 διακόπτες m
damp [dæmp] 形容词
一般 νοτισμένη; νοτισμένο; νοτισμένος
 英语 词库
damper ['dæmpə] 名词
俚语 bread made from flour and water
damper
: 77 短语, 15 学科
一般2
信息技术1
农业5
化学7
地球科学3
市政规划6
技术6
文化学习1
机械工程21
煤炭2
电子产品2
航天1
行业1
运输18
通讯1