词典论坛联络

   英语 希腊语 +
Google | Forvo | +

短语

coverage

['kʌv(ə)rɪʤ] 名词
一般 πληθυσμιακή κάλυψη
农业 ψεκασμός κάλυψης
冶金 βάρος απαιτούμενου υλικού ανά μονάδα επιφάνειας για τη δημιουργία στρώματος ορισμένου πάχους
数学 κάλυψη f
法律 πεδίο εφαρμογής; όρια ισχύος
电子产品 επιφάνεια κάλυψης δορυφόρου
统计数据 ποσοστό κάλυψης; πεδίο κάλυψης
通讯 χώρος κάλυψης; κάλυψη εκπομπής
 英语 词库
coverage ['kʌv(ə)rɪʤ] 名词
信息技术 The proportion of known attacks detected by an intrusion detection system (IDS)
军队, 缩写 cvge
coverage of a
: 4 短语, 3 学科
工作流程2
经济1
运输1