![]() |
| controller | |
| 通讯 运输 | συντονιστής φωτεινής σηματοδοτήσεως |
| 地球科学 机械工程 | βοηθητική διάταξη ρυθμίσεως |
| 机械工程 | ρυθμιστής; ρυθμιστική διάταξη; συσκευή ελέγχου; όργανο ελέγχου |
| 农业 | χειριστήριο |
| 微软 | ελεγκτής |
| AND | |
| 微软 | λογικό ΚΑΙ |
| signal | |
| 一般 | διαβιβάσεις; εκπέμπω σήμα |
| 通讯 电子产品 | σημείο |
| 机械工程 | απεικόνιση θέσης |
| 医疗的 | σήμα; να γίνει εκπομπή; σινιάλο; σύνθημα ήματος |
| signalling | |
| 通讯 | σηματοδοσία; αυτόματη σηματοδότηση |
| evaluation | |
| 财政 信息技术 | αξιολόγηση |
| 数据处理 | αποτίμηση |
| 环境 | αξιολόγηση; αποτίμηση; εκτίμηση |
| 经济 | εκτίμηση |
| |||
| χειριστήριο n | |||
| βοηθητική διάταξη ρυθμίσεως | |||
| ελεγκτής m (The part of a test rig that distributes tests to agent computers and collects test results) | |||
| υπεύθυνος της επεξεργασίας | |||
| ρυθμιστής m; ρυθμιστική διάταξη; συσκευή ελέγχου; όργανο ελέγχου | |||
| διάταξη ελέγχου; ελεγκτήρας f | |||
| υπολογιστής m; διαχειριστής m; πληρεξούσιος m | |||
| ελεγκτής m | |||
| συντονιστής φωτεινής σηματοδοτήσεως | |||
| 英语 词库 | |||
| |||
| con; ctlr | |||
| ctrl | |||
| cont | |||
| A person holding a valid licence to control air traffic | |||
|
controller and : 7 短语, 3 学科 |
| 信息技术 | 3 |
| 冶金 | 1 |
| 运输 | 3 |