词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

名词 | 名词 | 动词 | 短语

compound

[ˈkɒmpaʊnd] 名词
一般 μίγμα n
冶金, 机械工程 υλικό στίλβωσης
卫生保健, 食品工业, 技术 ελαστικό άκρων καπακιών
机械工程, 电子产品 μηχανή σύνθετης διέγερσης
法律 χρηματικός συμβιβασμός
环境, 化学 χημική ένωση
电子产品 ένωση f
行业, 建造 μίγμα ελαστικού; παρασκευάζω μίγμα; συμμιγνύω; προετοιμασία f; σύνθεση f
compound [ˈkɒmpaʊnd] 名词
一般 σύνθετη λέξη; σύνθετο n
compounding [kəm'paundɪŋ] 动词
财政 ανατοκισμός; κέρδη επί κερδών
 英语 词库
compound [ˈkɒmpaʊnd] 名词
军队, 缩写 cmpd; compd
缩写, 化学 comp; cpd
缩写, 石油/石油 on
缩写, 矿业 cp.
缩写, 聚合物 comp.; cpd.
compound range
: 1 短语, 1 学科
环境1