词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

compacting

[kəm'pæktɪŋ] 动词
一般 συμπίεση με ελκυστήρα; συμπίεση χόρτου; συμπύκνωση χορτονομής; συσσώρευση
冶金 κυλινδρική προδιαμόρφωση
建造, 市政规划 αύξηση πυκνότητας κατοίκησης
生命科学 συμπαγοποίηση
行业, 建造 πρεσάρισμα; συμπίεση
compact ['kɔmpækt] 动词
一般 συμπαγής
冶金 συμπιεσμένο αντικείμενο
自然科学, 农业 μικρόσωμος
to compact ['kɔmpækt] 动词
建造 καθιστώ συμπαγές; συμπίεση
 英语 词库
compact ['kɔmpækt] 缩写
缩写, 石油/石油 cmpt; cpct
COMPACTS 缩写
缩写, 空间 computer programmed automatic checkout and test system
compacted
: 119 短语, 27 学科
一般6
信息技术17
农业7
冶金4
化学4
医疗的9
商业1
地球科学3
建造6
微软4
技术1
教育1
数学2
机械工程1
材料科学3
环境4
生命科学9
电子产品5
经济3
统计数据5
联合国3
自然科学3
营销2
行业3
贸易联盟3
运输2
通讯8