词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
centralized
 centralize
机械工程 κεντράρω
| processing
 process
机械工程 κατασκευάζω
 processing
行业 μεταποίηση
行业 建造 διενέργεια κατεργασίας
煤炭 化学 电子产品 εμπλουτισμός; κατεργασία
林业 διαμόρφωσις
农业 τήξη
环境 μεταποίηση
统计数据 海关 财政 εργασίες τελειοποίησης
- 只找到单语

短语

to centralize

['sentrəlaɪz] 动词
信息技术, 运输 να αναπαραχθεί; να διακεντρωθεί
centralize ['sentrəlaɪz] 动词
机械工程 κεντράρω
centralized processing
: 4 短语, 1 学科
信息技术4