词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

动词 | 名词 | 短语

cementing

[sə'mεntɪŋ, -t̬ɪŋ] 动词
煤炭, 电子产品 σιμέντωμα των σωλήνων; τσιμέντωση των σωλήνων
行业 τσιμέντωμα; συνένωση με συγκολλητική ύλη
行业, 建造 τσιμεντάρισμα
 英语 词库
cementing [sə'mεntɪŋ, -t̬ɪŋ] 缩写
缩写, 石油/石油 cmtg
cementing
: 13 短语, 6 学科
一般1
化学1
煤炭2
生命科学5
行业2
运输2