词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

capping

['kæpɪŋ] 名词
农业 επιφανειακή κρούστα; πώμα κελλιού
地球科学 αδιαπέρατο κάλυμμα; αδιαπέρατο πέτρωμα; αδιαπέρατος σχηματισμός
政治, 农业 καθορισμός ανώτατου ορίου
环境 επιφανειακή στεγανοποίηση
经济, 冶金 τοποθετώ καψύλιο
行业, 建造 πωμάτισμα n
财政 προσπάθεια διατήρησης χαμηλής τιμής μιας μετοχής
cap [kæp] 动词
一般 πώμα
医疗的 κάλυμμα
 英语 词库
CAP [kæp] 缩写
缩写, 医疗的 cAMP receptor
缩写, 汽车 camshaft position; College Automotive Program; crank angular position
capping
: 55 短语, 15 学科
信息技术1
农业6
医疗的10
建造3
微软2
机械工程6
材料科学2
环境2
生命科学2
电子产品1
社会科学4
自然科学1
行业3
财政7
运输5