词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

blocking

['blɔkɪŋ] 形容词
一般 ομαδοποίηση
信息技术 "κλείδωμα"
冶金 κόλλημα; συγκόλληση; μπλοκάρισμα αντιδράσεων οξείδωσης
化学 φράξιμο
医疗的 μονιμοποίηση ιστολογικού παρασκευάσματος; αποκλεισμός; αποκλειόμενα αντισώματα
数据处理 κλείδωμα των δεδομένων; κλείδωμα
统计数据, 通讯, 科学的 συμφόρηση
自然科学, 行业 εμπλοκή
行业, 建造 πρόσφυση πλαστικών υμένων
行业, 建造, 冶金 αναβρασμός; μπλοκάρισμα; πρόχειρη επισκευή; στερέωση του γυαλιού για επεξεργασία
行业, 建造, 化学 Eπένδυση της λεκάνης του κλιβάνου
运输 σκαρίά; εσχάρια
 英语 词库
blocking ['blɔkɪŋ] 形容词
摄影 A process during which the director and actors determine where on the set the actors will move and stand, so that lighting and camera placements may be set.
blocking
: 175 短语, 16 学科
一般4
信息技术8
农业9
医疗的14
卫生保健2
地球科学4
数据处理1
机械工程5
法律6
生命科学1
电子产品35
药店14
行业4
财政1
运输28
通讯39