词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

batching

['bætʃɪŋ] 动词
建造 δοσολογία σκυροδέματος; σύνθεση σκυροδέματος
行业, 建造 στίβαγμα
batching
: 9 短语, 4 学科
一般1
化学1
建造4
行业3