词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

applicator

['æplɪkeɪtə] 名词
化学 εργαλείο εφαρμογής του υμένα
化学, 机械工程 διάταξη επάλειψης; εφαρμογέας m
地球科学 εντοπιστής m; εφαρμοστής m
药店, 地球科学, 机械工程 κατευθυντήρας f
applicator foam ['æplɪkeɪtə] 名词
一般 σωλήνας επιμήκυνσης αυλού
Applicator ['æplɪkeɪtə] 名词
商业 Εξάρτημα χορήγησης
applicator
: 52 短语, 12 学科
一般1
农业16
冶金2
化学3
医疗的2
商业10
技术2
材料科学2
电子产品1
自然科学1
行业10
运输2