词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 名词 | 短语

ageing

['eɪʤɪŋ] 名词
农业 ωρίμανση f; παλαίωση f
冶金 γήρανση f
劳动法 μεταβολή των προστατευτικών ιδιοτήτων λόγω παλαίωσης
化学 Πήξη στερεοποίηση
医疗的 Γήρανση f
卫生保健 γήρας n; γηρατειά n; κατάταξη κατά ηλικία
煤炭, 化学 γηρασμός m; χρόνος αποθήκευσης
电子产品 γήρανση του τρανζίστορ; ζώή f; γήρανση κρυστάλλου
行业, 建造 ωρίμαση f
 英语 词库
ageing ['eɪʤɪŋ] 缩写
缩写, 钻孔 ageing
ageing
: 107 短语, 18 学科
一般18
人口统计学3
农业6
冶金18
劳动法1
医疗的1
卫生保健11
技术2
机械工程1
材料科学4
电子产品5
社会科学15
经济3
统计数据1
行业13
运输2
通讯2
食品工业1