词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

短语

structural

['strʌkʧ(ə)rəl] 形容词
一般 διαρθρωτική; διαρθρωτικό; διαρθρωτικός
医疗的 δομικός
社会科学 δομιστικός
 英语 词库
structural ['strʌkʧ(ə)rəl] 缩写
缩写, 石油/石油 struc
Structural Network
: 1 短语, 1 学科
社会科学1