词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +

动词 | 形容词 | 短语

partition

[pɑ:'tɪʃ(ə)n] 动词
一般 διαχωριστικό πέτασμα; κινητός διαχωριστικός τοίχος
信息技术 διαμέριση; περιοχή
信息技术, 技术 τμήμα
农业 διαχωρισμός; διαχωριστικό
化学 κατανέμω
医疗的 διαμοιράζω διαμοίρασα; χωρίζω χώρισα; διάφραγμα (septum); ενδιάμεσο χώρισμα (septum); μεμβράνη (septum)
建造 πέτασμα; χώρισμα
微软 διαμέρισμα (A section of space on a physical disk that functions as if it were a separate disk)
机械工程 τοίχωμα
法律 αναγκαστική διανομή; διαμερισμός; κατανομή; τεμαχισμός
运输 μπουλμπές; διάφραγμα
运输, 技术, 法律 διαίρεση
partitioning [pɑː'tɪʃnɪŋ, pɑːr'-] 动词
一般 διαμερισμός
会计 επιμερισμός
信息技术, 电子产品 τμηματοποίηση
劳动法 εργασίες εσωτερικών χωρισμάτων
核物理 διαχωρισμός
运输, 技术, 法律 χωρισμός
partitioned [pɑː'tɪʃnd, pɑːr'-] 形容词
医疗的 διαχωρισμένος; με χωρίσματα
 英语 词库
partition [pɑ:'tɪʃ(ə)n] 缩写
缩写 ptn
缩写, 农业 part
缩写, 石油/石油 prtn
Partitioned Access Method
: 1 短语, 1 学科
信息技术1