词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

overload

['əuvə'ləud] 名词
医疗的 υπερφόρτωση f; υπερφόρτιση f; υπερφορτώνω υπερφόρτωσα; υπερφορτίζω υπερφόρτισα
建造 επιφόρτηση f
微软 υπερφόρτωση f (Declare at least two versions of a method that have the same name but different signatures)
航天, 运输 Υπερφόρτιση f
to overload ['əuvə'ləud] 名词
电子产品 υπερβολική αύξηση φορτίου; υπερφόρτιση f
运输 υπερφορτώνω
overloading [ˌəʊvə'ləʊdɪŋ, ˌoʊvər'loʊdɪŋ] 动词
信息技术, 数据处理 υπερ-φόρτωση
地球科学, 机械工程 υπερφόρτωση
建造 υπερφόρτισις
通讯, 运输 βαθμός συμφόρησης
 英语 词库
overload ['əuvə'ləud] 缩写
缩写, 聚合物 ovld
Overload
: 72 短语, 15 学科
一般1
信息技术13
农业3
劳动法2
医疗的4
卫生保健1
地球科学3
建造3
技术2
教育1
机械工程9
电子产品18
航天1
运输5
通讯6