![]() |
| derivative | |
| 一般 | παράγωγη λέξη; παράγωγο |
| 财政 | παράγωγο χρηματοοικονομικό μέσο; παράγωγα μέσα; χρηματιστηριακό παράγωγο |
| 科学的 电子产品 | παράγωγος |
| controller | |
| 通讯 运输 | συντονιστής φωτεινής σηματοδοτήσεως |
| 地球科学 机械工程 | βοηθητική διάταξη ρυθμίσεως |
| 机械工程 | ρυθμιστής; ρυθμιστική διάταξη; συσκευή ελέγχου; όργανο ελέγχου |
| 农业 | χειριστήριο |
| 微软 | ελεγκτής |
| |||
| παράγωγη λέξη; παράγωγο m | |||
| παράγωγο χρηματοοικονομικό μέσο | |||
| |||
| παροχετευτικός | |||
| |||
| παράγωγος | |||
| παράγωγα μέσα; χρηματιστηριακό παράγωγο | |||
| 英语 词库 | |||
| |||
| deriv | |||
| secondhand (вторичный Val_Ships) | |||
| d.; deriv. | |||
| der | |||
|
Derivative Controller : 1 短语, 1 学科 |
| 电子产品 | 1 |