词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
短语

compacting

[kəm'pæktɪŋ] 动词
一般 συμπίεση με ελκυστήρα; συμπίεση χόρτου; συμπύκνωση χορτονομής; συσσώρευση
冶金 κυλινδρική προδιαμόρφωση
建造, 市政规划 αύξηση πυκνότητας κατοίκησης
生命科学 συμπαγοποίηση
行业, 建造 πρεσάρισμα; συμπίεση
compact ['kɔmpækt] 动词
一般 συμπαγής
冶金 συμπιεσμένο αντικείμενο
自然科学, 农业 μικρόσωμος
to compact ['kɔmpækt] 动词
建造 καθιστώ συμπαγές; συμπίεση
 英语 词库
COMPACTS 缩写
缩写, 空间 computer programmed automatic checkout and test system
compact ['kɔmpækt] 缩写
缩写, 石油/石油 cmpt; cpct
COMPACTS
: 103 短语, 26 学科
一般5
信息技术17
农业6
冶金3
化学3
医疗的9
商业1
地球科学3
建造3
微软4
教育1
数学2
机械工程1
材料科学2
环境3
生命科学3
电子产品5
经济3
统计数据5
联合国3
自然科学3
营销2
行业3
贸易联盟3
运输2
通讯8