词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

armor

['ɑ:mə] 名词
电子产品 θωράκιση του καλωδίου; οπλισμός καλωδίου; οπλισμός του καλωδίου; οπλισμός m
armoring ['ɑːməriŋ] 动词
养鱼 εξωτερικό φύλλο
建造 οπλισμός
 英语 词库
ARMOR ['ɑ:mə] 缩写
缩写, 苏格兰语 Attack Response Mission-Oriented Reasoner
ARMOR
: 11 短语, 4 学科
信息技术2
冶金2
电子产品6
自然科学1