词典论坛联络

   英语 +
Google | Forvo | +
名词 | 动词 | 短语

layer

['leɪə] 名词
信息技术, 地理 θεματικό επίπεδο
农业 όρνιθα ωοπαραγωγής; ωοτόκος όρνιθα; όρνιθα ωοτόκα
冶金 επίστρωμα n; ράχη συγκόλλησης; στρώμα ψεκασμού; ενδιάμεσο στρώμα
化学 επίστρωμα εφυαλώματος
医疗的 στρώμα n; στιβάδα f
建造 στρώση f
微软 επίπεδο n (The protocol or protocols operating at a particular level within a protocol suite, such as IP within the TCP/IP suite)
木材加工 επιμέρους φύλλο; καπλαμάς m; φύλλο επικάλυψης
煤炭 φλέβα f
生命科学, 农业 καταβολάδα f
N-layer 名词
信息技术 στρώμα Ν; στρώμαΝ n
通讯 στρώμα Ν
layering ['leɪərɪŋ] 动词
农业 στρωματώδης υφή
自然科学, 林业 πολλαπλασιασμός με καταβολάδες
财政 λέγερινγκ
 英语 词库
layer ['leɪə] 名词
gun layer (Артиллерия)
农业 layer chicken (Баян)
缩写, 聚合物 lyr
δ-layer 缩写
缩写, 电子产品 delta-doped layer
layer
: 894 短语, 31 学科
一般14
信息技术31
农业42
冶金31
劳动法8
化学25
医疗的193
卫生保健6
地球科学51
工作流程2
市政规划2
建造12
微软14
技术17
政治1
文化学习2
机械工程5
材料科学5
林业4
煤炭1
物理科学1
环境60
生命科学54
电子产品150
经济1
统计数据4
自然科学14
药店1
行业34
运输16
通讯93