СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

word processing

['wɜ:d'prəusesɪŋ]
ек. επεξεργασία κειμένων
комп., Майкр. επεξεργασία κειμένου (The act of entering and editing text with a word processor)
IT επεξεργασία κείμενων; καταχώρηση, επεξεργασία και διόρθωση κειμένων
IT, обр.дан. επεξεργασία κειμένου
word-processing
: 5 фраз в 1 тематиці
Інформаційні технології5