variable | |
заг. | ευμετάβολη; ευμετάβολο; ευμετάβολος |
комп., Майкр. | μεταβλητή |
мат. | μεταβλητής; στοχαστική μεταβλητή; τυχαία μεταβλητή; τυχαίων μεταβλητών; μεταβλητών |
condenser | |
ел. | συμπυκνωτής; συμπυκνωτήρας; ψυγείο |
землезн. | ψυκτήρας |
маш. | συμπυκνωτής του ατμού |
мед. | συγκεντρωτικός φακός; συγκεντρωτικός |
пром. буд. | φυτιλιέρα |
трансп. | ηλεκτρικός συμπυκνωτής; πυκνωτής |
| |||
ευμετάβολη; ευμετάβολο; ευμετάβολος | |||
μεταβλητής f; στοχαστική μεταβλητή; τυχαία μεταβλητή; τυχαίων μεταβλητών | |||
| |||
μεταβλητή (A named storage location capable of containing data that can be modified during program execution) | |||
μεταβλητών | |||
μεταβλητή | |||
Англійський тезаурус | |||
| |||
vrbl | |||
var. | |||
A quantity or condition whose value is subject to change and can usually be measured |
variable condenser : 1 фраза в 1 тематиці |
Електроніка | 1 |