СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

до фраз

utility

[ju:'tɪlɪtɪ] імен.
заг. χρησιμότητα f
трансп. ωφέλιμη αξία; αεροπλάνο γενικής χρήσης
IT, тех. πρόγραμμα γενικής-κοινής χρήσης
utilities імен.
страх. ομόλογα επιχειρήσεων κοινής ωφελείας
хім. βοηθητικές παροχές
юр., ек. δημόσιες υπηρεσίες
 Англійський тезаурус
utility [ju:'tɪlɪtɪ] скор.
абрев. u
абрев., комп. utility program
utility data
: 1 фраза в 1 тематиці
Загальна лексика1