![]() |
| |||
| δοκιμαστήρας m | |||
| πρόγραμμα δοκιμής (The person who prepares a functional product for release by methodically writing test breakouts and bug reports) | |||
| δοκιμαστής m | |||
| μηχάνημα διαλογής-οπτικού ελέγχου | |||
| ηλεκτρολόγος ελέγχου εγκαταστάσεως | |||
|
tester : 87 фраз в 16 тематиках |