СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

surcharge

['sɜ:ʧɑ:ʤ] прикм.
буд. ανύψωση στάθμης κατά την παροχέτευση πλημμύρας; υδατοχωρητικότης ασφαλείας
ек., стат. συμπλήρωμα τιμής
марк., фін. πρόσθετος δασμός επί των εισαγωγών
трансп. πρόσθετη τιμολόγηση
фін. πρόσθετος φόρος
хобі., зв’яз. πρόσθετο τέλος
юр. συμπληρωματικό τέλος
surcharge
: 21 фраза в 8 тематиках
Будівництво1
Зв’язок4
Маркетинг1
Металургія1
Податки4
Транспорт4
Фінанси4
Юридична лексика2