СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
serialized
 serialize
IT σειριακοποιώ
control and reporting | system
 System
комп., Майкр. Σύστημα
 system
заг. πλήρες ηλεκτρικό σύστημα ελέγχου; πλήρες υδραυλικό σύστημα ελέγχου
ел. ηλεκτρικό δίκτυο
землезн. маш. θερμοδυναμικό σύστημα
комп., Майкр. σύστημα
мед. σύστημα
пром. δίκτυο; σύμπλεγμα
- знайдено окремі слова

to serialize

['sɪ(ə)rɪəlaɪz] дієсл.
IT σειριακοποιώ