СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

pull out

['pul'aut]
трансп. διαδρομή οχήματος; εφεδρικό όχημα
pull-out
зв’яз. πτυσσόμενο ένθετο
зв’яз., трансп. ανάκαμψη από βύθιση; ανάκληση από βύθιση
трансп. ανάκληση f; ανακαμπή f
pulling out
ел. απώλεια συχρονισμού
pull out
: 17 фраз в 6 тематиках
Електроніка1
Землезнавство3
Культурологія1
Машинобудування5
Транспорт5
Хімія2